Κατεβαίνοντας προ ημερών την οδό Σόλωνος το βλέμμα μου έπεσε σε μια αφίσα σωματείου εργαζομένων, νομίζω του Συλλόγου των Εργαζομένων στα Βιβλιοχαρτοπωλεία. Η αφίσα είχε την εύστοχη παρατήρηση, «αυτοί έχουν ψαλίδι, εμείς έχουμε πέτρα». Μου φάνηκε ευρηματική η παραπομπή στο παιδικό παιχνίδι πέτρα, ψαλίδι, χαρτί, εκείνο το παιχνίδι που παίζαμε μικροί, όταν δεν είχαμε τίποτε μα τίποτε άλλο να κάνουμε.
Για τη διαπίστωση που περιέχεται στο πρώτο σκέλος του συνθήματος της αφίσας δεν είχα ούτε κάποιος μπορεί εύλογα να έχει επιφυλάξεις. Τα δικαιώματα και τα εισοδήματα των εργαζόμενων βρίσκονται στο ψαλίδι του επιδιορθωτηρίου της τρόικας. Τη θλίψη από την εικόνα του υπόγειου ραφτάδικου όπου διασκευάζονται και μεταποιούνται όχι τα ρούχα αλλά οι ζωές των ανθρώπων, εικόνα που συνειρμικά είχε έρθει στο νου μου, επέτεινε το άκουσμα μιας από τις γνωστές μπάντες που περιφέρονται στο κέντρο της Αθήνας (αυτές που συναντάμε συνήθως έξω από τα θέατρα ή ακόμα και το Μέγαρο). Τα χαρούμενα γιορτινά τραγούδια της μπάντας μού φαινόταν και αυτά θλιβερά και παρακμιακά μέσα στο κλίμα των ημερών.
Ωστόσο, περισσότερο με προβλημάτισε το δεύτερο μέρος της φράσης της αφίσας, «εμείς έχουμε πέτρα». Η απειλή του πετροπολέμου και της βίας μου φάνηκε ακόμα πιο εφιαλτική προοπτική. Το βέβαιο είναι πάντως ότι μια μορφή εξέγερσης χρειάζεται. Απέναντι όμως στην προσπάθεια μετατροπής γενιών ολόκληρων σε δουλοπάροικους, σε μεροκαματιάρηδες της υψηλής τεχνογνωσίας και της γνώσης (κατάσταση που δυστυχώς βιώνουν πλέον συστηματικά τα πολύ νέα παιδιά) η λύση δεν είναι ούτε η απόσυρση ούτε η τυφλή βία. Την πέτρα και τη βία θα μας τη συγχωρήσουν οι νταβατζήδες μας, ίσως δε κάποιο βαθμό να τα περιμένουν και να τους βολεύει. Αυτό που ούτε περιμένουν ούτε θα μας συγχωρήσουν είναι να μας δουν να προκόβουμε και να δημιουργούμε, να διεκδικούμε και εμείς ένα κομμάτι από την πίτα και όχι από τα ψίχουλα τα οποία προορίζουν για εμάς.
Η μόνη επανάσταση που χρειάζεται τούτη τη στιγμή η χώρα είναι η επανάσταση της προκοπής των νέων ανθρώπων. Take your chances (as I do...).