Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

ΟΜΗΡΟΣ - ΚΟΡΝΑΡΟΣ - ΣΟΛΩΜΟΣ

Στην εποχή της υπό διεθνή επιτήρηση παρακμής αυτού του τόπου, παρηγοριέμαι με την ιδέα ότι η λαλιά μας έχει τραγουδηθεί από τους μέγιστους ποιητές, τον Όμηρο, τον Κορνάρο και το Σολωμό. Λέω τους μέγιστους ποιητές, όχι γιατί δεν μπορεί να υπάρχουν μεγαλύτεροι ποιητές από αυτούς, αλλά γιατί η συγκίνηση της ποίησης είναι στενά δεμένη με το αισθητήριο της μητρικής γλώσσας. Διαβάζοντας ξένη ποίηση είναι σαν να βρισκόμαστε στην αγκαλιά μιας θετής μητέρας (εκτός ίσως από εκείνο το καταπληκτικό του T.S. Eliot στην «Έρημη Χώρα» "The winter kept us warm, covering Earth with forgetful snow", τι απίστευτο, το χιόνι της λήθης, το ξεχασιάρικο χιόνι μεταφράζει ο Σεφέρης).

Αυτό που δένει τους τρεις ποιητές (Όμηρο-Κορνάρο-Σολωμό), αυτό που τους κάνει μέγιστους (με μεγαλύτερο πιθανότατα τον Όμηρο) μου φαίνεται πως είναι τούτο: Κατάφεραν να εκφράσουν βαθιά συναισθήματα και σπουδαίες ιδέες με τη γλώσσα του λαού μας, όπως μιλιόταν όταν έγραφαν, χωρίς λογιοτατισμούς και, πως να το πω, υπεροψία. Δανείστηκαν τη λαϊκή γλώσσα και επέστρεψαν στίχους που ρίζωσαν στην ψυχή του λαού.
Από την απίστευτη μουσικότητα του Ομήρου (Οδύσσεια, α΄ 285)
                        «ε δ κε τεθνητος κοσς μηδ τ ἐόντος,
νοστσας δ πειτα φλην ς πατρδα γααν
σμ τ ο χεαι κα π κτρεα κτερεξαι»
(και αν ακούσεις ότι πέθανε μην τον ξεχάσεις,
να γυρίσεις έπειτα στην αγαπημένη γη της πατρίδας σου
και να του κάνεις τάφο και να του αφιερώσεις κτερίσματα)
και τις σχεδόν εικονογραφικές παρομοιώσεις του Κορνάρου (Ερωτόκριτος, 1609):
«Παιγνίδι μας-ε φαίνεται, 'τό δούμε φουσκωμένη
από μακρά τη θάλασσα, κι άγρια, και θυμωμένη,
με κύματα άσπρα και θολά, βρυγιά ανακατωμένα,
και τα χαράκια όντε κτυπούν κι αφρίζουν ένα-ν ένα.
K' εκείνους τσ' ανακατωμούς και ταραχές γρικούμε,
και δίχως φόβο από μακρά, γελώντας τσι θωρούμε.
Mα κείνος που στα βάθη της είναι και κιντυνεύγει,
και να γλιτώσει απ' τη σκληρά, ξετρέχει και γυρεύγει,
αυτός κατέχει να σου πει κι απόκριση να δώσει,
ίντά'ναι ο φόβος του γιαλού, αν είναι και γλιτώσει,
και των κυμάτω' ο πόλεμος, και των ανέμω' η μάχη.
Kαι δε γνωρίζει το κακό κιανείς, α' δεν του λάχει»
στη συγκινητική απλότητα του Σολωμου (Ύμνος στην Ελευθερία, 10):
                        «Μοναχή το δρόμο επήρες,
                        Εξανάλθες μοναχή,
                        Δεν είν’ εύκολες οι θύρες,
                        Εάν η χρεια τες κουρταλη»
είναι φανερό ότι αυτό που μας αγγίζει είναι πρώτα η φυσικότητα, η λαγαρότητα, η κρυστάλλινη υφή της γλώσσας, το μεγαλείο που κομμάτι-κομμάτι συνθέτουν οι λέξεις της λαλιάς του λαού μας.

ΣΣ. Θα επανέλθω στο θέμα της λαϊκότητας που με απασχολεί από καιρό και νομίζω ότι έχω δύο-τρεις κατασταλαγμένες σκέψεις. Θα επανέλθω επίσης με κάποιες σκέψεις σχετικά με τη γλώσσα και τον ελληνικό χώρο στους νομπελίστες Σεφέρη-Ελύτη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου