Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΟΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΒΟΛΟΥΔΑΚΗ (1943-1998)

Είχα την τύχη να υπάρξω ασκούμενος δικηγόρος του αείμνηστου Αναπληρωτή Καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου Β. Βολουδάκη. Ο Βαγγέλης Βολουδάκης γεννήθηκε το 1943 σε ένα μικρό χωριό του Αποκόρωνα Χανίων, το Καλαμίτσι Αμυγδάλου και πέθανε αιφνίδια στην Αθήνα το 1998. Ήταν δισέγγονος του οπλαρχηγού της Κρητικής Επανάστασης του 1866 Κωσταρού Βολουδάκη. Ως μαθητής, περπατούσε περί τα πέντε χιλιόμετρα ημερησίως για το Γυμνάσιο. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή Αθηνών και έλαβε μεταπτυχιακό τίτλο στο δημόσιο δίκαιο από το Paris II. Επέστρεψε στην Ελλάδα, αλλά η φλόγα της επιστημονικής έρευνας τον παρακίνησε να επιστρέψει στο Παρίσι.
Το 1977 παρουσίασε διδακτορική διατριβή υπό τη διεύθυνση του περίφημου συνταγματολόγου G. Burdeau με τον τίτλο «Έρευνα σχετικά με την καθολική ψηφοφορία στην Ελλάδα (1910 -1975)». Στη διατριβή του καταγράφεται το κύριο επιστημονικό ενδιαφέρον του, το κοινοβουλευτικό και εκλογικό δίκαιο, όσο και η βασική μεθοδολογική επιλογή του, η ιστορική θεώρηση των συνταγματικών θεσμών και κανόνων.
Άνθρωπος της πράξης και της συγκεκριμένης δράσης, υπηρέτησε σε υπεύθυνες δημόσιες θέσεις. Ο Β. Βολουδάκης τοποθετήθηκε το 1985 ως ειδικός επιστημονικός σύμβουλος της Βουλής σε θέματα Κανονισμού και με την ιδιότητά του αυτή υπήρξε ο βασικός συντάκτης του Κανονισμού της Βουλής του 1987. Υπηρέτησε επίσης ως Γενικός Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου (1989-1993).
Στην περίπτωση του Β. Βολουδάκη, οι ακαδημαϊκές δάφνες απονεμήθηκαν σε μια προσωπικότητα που, εκτός από επιστημονική αξιοσύνη, διακρινόταν από σπάνιο ήθος. Ήταν απλός και προσηνής, διότι η επιτυχία δεν τον έκανε να ξεχάσει από που ξεκίνησε. Απεχθανόταν την κολακεία, διότι έδινε λογαριασμό κάθε μέρα στη συνείδησή του και δεν χρειαζόταν αυλικούς για να αντιληφθεί την αξία του. Έψεγε τις οβιδιακές μεταμορφώσεις των επιστημονικών και πολιτικών θέσεων, διότι ήταν σταθερός στις απόψεις του και δεν τις διαπραγματευόταν για οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Δεν κατανοούσε τους ανθρώπους που ευτελίζονταν, διότι ο ίδιος πίστευε ότι η μεγαλύτερη περιουσία του ανθρώπου είναι το όνομά του.
Ήταν φυσικό λοιπόν, στη χώρα της κιβδηλίας και της αρπαχτής, ο Β. Βολουδάκης να αισθανόταν άβολα, ολοένα και πιο απομονωμένος. Ήταν πράγματι σπάνιος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου