Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Στο προηγούμενο σημείωμά μου αναφέρθηκα στο Δεκέμβρη του ’44. Καθώς πλησιάζει η 70η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου, ήθελα μόνο να σας θυμίσω κάτι άλλο σχετικό:

Το μεγαλειώδη αγώνα του ελληνικού λαού για την απόκρουση της ιταλικής επίθεσης, την ηρωική αντίσταση στην ακατανίκητη γερμανική Βέρμαχτ, ακολούθησε η Εθνική Αντίσταση. Η συλλογική μνήμα έχει συγκρατήσει εν πολλοίς ότι η Εθνική Αντίσταση συνδέεται με την κομμουνιστική-αριστερή ιδεολογία. Πράγματι, το ΚΚΕ υπήρξε πρωτοπόρο στη συγκρότηση της μεγαλύτερης αντιστασιακής οργάνωσης του ΕΑΜ και του ένοπλου τμήματός του (ΕΛΑΣ). Ωστόσο, έχει νομίζω ιδιαίτερη σημασία να θυμηθούμε ότι στη συνείδηση των αγωνιστών υπήρχε βαθιά σύνδεση του αγώνα εκείνου του λαού με την Επανάσταση του 1821.

Δείτε τους στίχους του γνωστότερου αντάρτικου τραγουδιού «Στ’ άρματα, στ΄ άρματα»:
«Ξαναζωντάνεψε τ’ αρματωλίκι… ο Γοργοπόταμος στην Αλαμάνα στέλνει περήφανο χαιρετισμό, νέας Ανάστασης χτυπάει η καμπάνα».

Το μοναδικό πολιτικό κείμενο που έχει αφήσει ο αρχικαπετάνιος του ΕΛΑΣ, ο Άρης Βελουχιώτης, είναι ο περίφημος λόγος της Λαμίας. Ο Άρης εκφώνησε το λόγο αυτό την 22 Οκτωβρίου 1944 στην κεντρική πλατεία της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Λαμίας.

Ο Άρης αναφέρεται αναλυτικά στην περίοδο της Επανάστασης και εμφανίζει την Εθνική Αντίσταση ως συνέχεια της υπόθεσης της απελευθέρωσης του ελληνικού λαού από τον ξένο ζυγό. Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:
«… Αυτή η συνθηκολόγηση που έκαναν, υπογράφτηκε πριν ακόμα πολεμήσει ο στρατός μας. Αυτό δεν ήταν ήττα του λαού μας, μα ήταν και χρεωκοπία των καθεστώτων που μεσολάβησαν από το 1821-1941. Γι’ αυτό και ο λαός μας τιμωρεί σήμερα την ήττα αυτή και θα την τιμωρήσει αργότερα πιο σκληρά ακόμα».
(Παπακόγκος Κ.- Κοτταρίδης Ν., Ο Άρης στη Λαμία, εκδ. Φιλίστωρ, σελ. 56).

Τελικά στις δύο εθνικές επετείους γιορτάζουμε το ίδιο πράγμα, τον αγώνα του λαού μας για εξωτερική και εσωτερική ελευθερία. Σε ορισμένες περιόδους ο αγώνας αυτός οξύνεται. Θυμάμαι όταν υπηρετούσα τη θητεία μου στη Σάμο και είχα σκοπιά, σκεφτόμουν ότι αυτό είναι κατά κάποιο τρόπο το αποτύπωμα της ιστορίας του τόπου μας στη δική μου ζωή, δεν φανταζόμουν τότε ότι η ζωή της γενιάς μας και η ιστορία του τόπου μας θα συνδεόταν τόσο στενά, μέσα στις πολύ κρίσιμες συνθήκες που ζούμε και θα ζήσουμε.

Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010

ΕΝΑΣ ΜΑΚΡΙΝΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ

Ακούω συχνά ότι το κακό για τον τόπο μας άρχισε με τη Μεταπολίτευση, ότι χρεοκοπεί το μοντέλο της Μεταπολίτευσης. Αυτό είναι μισή αλήθεια. Η Μεταπολίτευση είναι το είδωλο του μετεμφυλιακού κράτους. Χονδρικά θα ‘λεγα πως η καρδιά της σημερινής κρίσης βρίσκεται στο Δεκέμβρη του 1944, οπότε κρίθηκε η τύχη όλων των αιτημάτων της Εθνικής Αντίστασης με πρώτη τη δημοκρατική αλλαγή. Την ίδια περίοδο, ακόμα και στη συντριμμένη υλικά και ηθικά Γερμανία, οι ευρωπαϊκοί λαοί άρχιζαν να βρίσκουν το δρόμο τους, αναπτύσσοντας ισόρροπα πολιτική και οικονομική ζωή. Στην Ελλάδα αντίθετα η δημοκρατία περιδέθηκε με τα φασκιά του αντικομμουνισμού και της ξένης κηδεμονίας. Όταν σε όλη την Ευρώπη πανηγύριζαν για το μεγάλο, νικηφόρο αντιφασιστικό αγώνα, εδώ η συμμετοχή στη μεγαλειώδη εποποιία της Εθνικής Αντίστασης αποτελούσε στίγμα. Αποτελούσε αιτία αποκλεισμού από το δημόσιο βίο όχι μόνον για τους αγωνιστές της μα και για τα παιδιά τους.
Τι περίμενε ο λαός για τη μετακατοχική περίοδο; Ο Σεφέρης (Μέρες Δ΄, σελ. 119) αναφέρεται στην προπολεμική πολιτική τάξη που στελέχωσε τις δοτές από τους Άγγλους «εξόριστες» κυβερνήσεις και γράφει: «Η μόνη παρηγοριά είναι ότι, σαν φτάσουμε στο τέλος της μεγάλης περιπέτειας, όλοι ετούτοι θα έχουν σαρωθεί από εκείνους που ζούνε το σημερινό δράμα της σκλαβιάς». Αυτή ήταν η προσδοκία του εξουθενωμένου από την κατοχή ελληνικού λαού.
Και τι συνέβη μετά τα τραγικά Δεκεμβριανά. Να τι αναφέρει ο Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας (Φωτιά και Τσεκούρι, σελ. 168) «Αν κανείς ήταν κάποτε μέλος του ΕΑΜ, έστω και αν δεν ήταν μέλος του Κομματος (σσ. του ΚΚΕ), ήταν αυτομάτως τουλάχιστον ύποπτος. Η συνεργασία με τον εχθρό, υπό την προϋπόθεση ότι δεν είχε γίνει σε υψηλά επίπεδα ή επί σκοπώ μεγάλων κερδών, εσυγχωρείτο εύκολα, και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν ακόμη και ανεκτή. Η ιεραρχία των αξιών είχε ανατραπεί…».
Παραπέμπω στους συγκεκριμένους συγγραφείς, καθώς τα παραπάνω δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι γράφτηκαν από παραταξιακή ιδιοτέλεια.

Ευθύνη για τα Δεκεμβριανά και την έκβαση των πραγμάτων έχουν και οι δύο πλευρές. Ανεξάρτητα από αυτό όμως, εκείνη η περίοδος άφησε βαθιά απωθημένα στον ψυχισμό του ελληνικού λαού, απωθημένα που με διάφορους τρόπους και ιδίως με την ιδιωτική λαφυραγώγηση του Κράτους ικανοποιήθηκαν στη Μεταπολίτευση, με τα αποτελέσματα που ζούμε.

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

ΟΜΗΡΟΣ - ΚΟΡΝΑΡΟΣ - ΣΟΛΩΜΟΣ

Στην εποχή της υπό διεθνή επιτήρηση παρακμής αυτού του τόπου, παρηγοριέμαι με την ιδέα ότι η λαλιά μας έχει τραγουδηθεί από τους μέγιστους ποιητές, τον Όμηρο, τον Κορνάρο και το Σολωμό. Λέω τους μέγιστους ποιητές, όχι γιατί δεν μπορεί να υπάρχουν μεγαλύτεροι ποιητές από αυτούς, αλλά γιατί η συγκίνηση της ποίησης είναι στενά δεμένη με το αισθητήριο της μητρικής γλώσσας. Διαβάζοντας ξένη ποίηση είναι σαν να βρισκόμαστε στην αγκαλιά μιας θετής μητέρας (εκτός ίσως από εκείνο το καταπληκτικό του T.S. Eliot στην «Έρημη Χώρα» "The winter kept us warm, covering Earth with forgetful snow", τι απίστευτο, το χιόνι της λήθης, το ξεχασιάρικο χιόνι μεταφράζει ο Σεφέρης).

Αυτό που δένει τους τρεις ποιητές (Όμηρο-Κορνάρο-Σολωμό), αυτό που τους κάνει μέγιστους (με μεγαλύτερο πιθανότατα τον Όμηρο) μου φαίνεται πως είναι τούτο: Κατάφεραν να εκφράσουν βαθιά συναισθήματα και σπουδαίες ιδέες με τη γλώσσα του λαού μας, όπως μιλιόταν όταν έγραφαν, χωρίς λογιοτατισμούς και, πως να το πω, υπεροψία. Δανείστηκαν τη λαϊκή γλώσσα και επέστρεψαν στίχους που ρίζωσαν στην ψυχή του λαού.
Από την απίστευτη μουσικότητα του Ομήρου (Οδύσσεια, α΄ 285)
                        «ε δ κε τεθνητος κοσς μηδ τ ἐόντος,
νοστσας δ πειτα φλην ς πατρδα γααν
σμ τ ο χεαι κα π κτρεα κτερεξαι»
(και αν ακούσεις ότι πέθανε μην τον ξεχάσεις,
να γυρίσεις έπειτα στην αγαπημένη γη της πατρίδας σου
και να του κάνεις τάφο και να του αφιερώσεις κτερίσματα)
και τις σχεδόν εικονογραφικές παρομοιώσεις του Κορνάρου (Ερωτόκριτος, 1609):
«Παιγνίδι μας-ε φαίνεται, 'τό δούμε φουσκωμένη
από μακρά τη θάλασσα, κι άγρια, και θυμωμένη,
με κύματα άσπρα και θολά, βρυγιά ανακατωμένα,
και τα χαράκια όντε κτυπούν κι αφρίζουν ένα-ν ένα.
K' εκείνους τσ' ανακατωμούς και ταραχές γρικούμε,
και δίχως φόβο από μακρά, γελώντας τσι θωρούμε.
Mα κείνος που στα βάθη της είναι και κιντυνεύγει,
και να γλιτώσει απ' τη σκληρά, ξετρέχει και γυρεύγει,
αυτός κατέχει να σου πει κι απόκριση να δώσει,
ίντά'ναι ο φόβος του γιαλού, αν είναι και γλιτώσει,
και των κυμάτω' ο πόλεμος, και των ανέμω' η μάχη.
Kαι δε γνωρίζει το κακό κιανείς, α' δεν του λάχει»
στη συγκινητική απλότητα του Σολωμου (Ύμνος στην Ελευθερία, 10):
                        «Μοναχή το δρόμο επήρες,
                        Εξανάλθες μοναχή,
                        Δεν είν’ εύκολες οι θύρες,
                        Εάν η χρεια τες κουρταλη»
είναι φανερό ότι αυτό που μας αγγίζει είναι πρώτα η φυσικότητα, η λαγαρότητα, η κρυστάλλινη υφή της γλώσσας, το μεγαλείο που κομμάτι-κομμάτι συνθέτουν οι λέξεις της λαλιάς του λαού μας.

ΣΣ. Θα επανέλθω στο θέμα της λαϊκότητας που με απασχολεί από καιρό και νομίζω ότι έχω δύο-τρεις κατασταλαγμένες σκέψεις. Θα επανέλθω επίσης με κάποιες σκέψεις σχετικά με τη γλώσσα και τον ελληνικό χώρο στους νομπελίστες Σεφέρη-Ελύτη

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΟΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΒΟΛΟΥΔΑΚΗ (1943-1998)

Είχα την τύχη να υπάρξω ασκούμενος δικηγόρος του αείμνηστου Αναπληρωτή Καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου Β. Βολουδάκη. Ο Βαγγέλης Βολουδάκης γεννήθηκε το 1943 σε ένα μικρό χωριό του Αποκόρωνα Χανίων, το Καλαμίτσι Αμυγδάλου και πέθανε αιφνίδια στην Αθήνα το 1998. Ήταν δισέγγονος του οπλαρχηγού της Κρητικής Επανάστασης του 1866 Κωσταρού Βολουδάκη. Ως μαθητής, περπατούσε περί τα πέντε χιλιόμετρα ημερησίως για το Γυμνάσιο. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή Αθηνών και έλαβε μεταπτυχιακό τίτλο στο δημόσιο δίκαιο από το Paris II. Επέστρεψε στην Ελλάδα, αλλά η φλόγα της επιστημονικής έρευνας τον παρακίνησε να επιστρέψει στο Παρίσι.
Το 1977 παρουσίασε διδακτορική διατριβή υπό τη διεύθυνση του περίφημου συνταγματολόγου G. Burdeau με τον τίτλο «Έρευνα σχετικά με την καθολική ψηφοφορία στην Ελλάδα (1910 -1975)». Στη διατριβή του καταγράφεται το κύριο επιστημονικό ενδιαφέρον του, το κοινοβουλευτικό και εκλογικό δίκαιο, όσο και η βασική μεθοδολογική επιλογή του, η ιστορική θεώρηση των συνταγματικών θεσμών και κανόνων.
Άνθρωπος της πράξης και της συγκεκριμένης δράσης, υπηρέτησε σε υπεύθυνες δημόσιες θέσεις. Ο Β. Βολουδάκης τοποθετήθηκε το 1985 ως ειδικός επιστημονικός σύμβουλος της Βουλής σε θέματα Κανονισμού και με την ιδιότητά του αυτή υπήρξε ο βασικός συντάκτης του Κανονισμού της Βουλής του 1987. Υπηρέτησε επίσης ως Γενικός Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου (1989-1993).
Στην περίπτωση του Β. Βολουδάκη, οι ακαδημαϊκές δάφνες απονεμήθηκαν σε μια προσωπικότητα που, εκτός από επιστημονική αξιοσύνη, διακρινόταν από σπάνιο ήθος. Ήταν απλός και προσηνής, διότι η επιτυχία δεν τον έκανε να ξεχάσει από που ξεκίνησε. Απεχθανόταν την κολακεία, διότι έδινε λογαριασμό κάθε μέρα στη συνείδησή του και δεν χρειαζόταν αυλικούς για να αντιληφθεί την αξία του. Έψεγε τις οβιδιακές μεταμορφώσεις των επιστημονικών και πολιτικών θέσεων, διότι ήταν σταθερός στις απόψεις του και δεν τις διαπραγματευόταν για οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Δεν κατανοούσε τους ανθρώπους που ευτελίζονταν, διότι ο ίδιος πίστευε ότι η μεγαλύτερη περιουσία του ανθρώπου είναι το όνομά του.
Ήταν φυσικό λοιπόν, στη χώρα της κιβδηλίας και της αρπαχτής, ο Β. Βολουδάκης να αισθανόταν άβολα, ολοένα και πιο απομονωμένος. Ήταν πράγματι σπάνιος.

ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΜΑ

Καλοί μου φίλοι και ήδη αναγνώστες μου σας χαιρετώ. Το πάθος μου με το γράψιμο είναι λοιπόν ακατασίγαστο: εκτός του ότι γράφω διαρκώς το πρωί, αποφάσισα να γράφω λίγο ακόμα το βράδυ, ή σωστότερα κάποια βράδια. Τόσο λίγο, ώστε να προλαβαίνω να μοιράζομαι μαζί σας ορισμένες σκέψεις, τόσο σύντομα, ώστε να διαβάζετε αυτά που γράφω και στην ουσία σας απευθύνω μέχρι το τέλος.

Αποφάσισα έτσι κάθε κείμενο που αναρτώ να κυμαίνεται περί τις τριακόσιες λέξεις. Φυσικά αν υπάρχει ανάγκη θα επανέρχομαι με νεώτερη ανάρτηση για το ίδιο ζήτημα.

Συχνότατα θα αναφέρομαι σε θέματα ιστορικά, σπανιότερα θα αναφέρομαι σε ζητήματα της επικαιρότητας. Δυστυχώς, ένα από τα χαρακτηριστικά του λαού μας είναι ότι, ενώ έχει μεγάλη ιστορία, δεν έχει μνήμη. Συχνά παραξενεύομαι που οι συνάνθρωποί μας σε τούτο εδώ τον τόπο δεν έχουν αντλήσει διδάγματα ακόμα και από τη βιωμένο από τους ίδιους πρόσφατο παρελθόν. Εγώ όμως είμαι λάτρης της ιστορίας και αποφάσισα να επιγράφω τις αναρτήσεις με το ψευδώνυμο "Μνήμων".

Σκέφτηκα ωστόσο να ξεκινήσω με ένα παλιότερο κείμενό μου, για ένα προσφιλές πρόσωπό που δυστυχώς χάθηκε πρόωρα: τον Καθηγητή Βαγγέλη Βολουδάκη, στον οποίο πραγματοποίησα μέρος της δικηγορικής άσκησής μου. Ο Β. Βολουδάκης επέμενε άλλωστε ιδιαίτερα στην ιστορική ερμηνεία των κανόνων και των θεσμών. Το κείμενο αποτελεί απόδοση, συντετμημένη προς τήρηση του κανόνα των 300 λέξεων, κειμένου που είχε δημοσιευτεί στην «Καθημερινή» το 2008, δέκα χρόνια από το θάνατό του.